Το κάστρο της Μεθώνης είναι ένα από τα σημαντικότερα συγκροτήματα ελληνικών οχυρωματικών χώρων. Παραδειγματικά το κάστρο καταλαμβάνει ολόκληρη τη νοτιοδυτική ακτή της Πελοποννήσου, με ένα εξαιρετικό φυσικό λιμάνι, το οποίο κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους υπήρξε σταθμός στο δρόμο των προσκυνητών προς τους Αγίους Τόπους και των εμπορικών πλοίων από τη Δύση προς την Ανατολή. Η ακμή του κάστρου τοποθετείται στην περίοδο της Ενετοκρατίας (13ος-15ος αι.)

Στην αρχαιότητα η Μεθώνη ήταν γνωστή με το όνομα Πεδασός. Ο Όμηρος την αναφέρει ως μία από τις επτά πόλεις που πρόσφερε ο Αγαμέμνων στον Αχιλλέα για να τον κατευνάσει και να τον πείσει να επιστρέψει στη μάχη (Ιλιάδα, Ι, 149-153). Ο Παυσανίας (Μεσσηνιακά IV, 35, 1) και ο Στράβων (Γεωγραφία 8 359-360) την ονόμασαν Μοθώνη και την ταύτισαν με την ομηρική πόλη. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του Θουκυδίδη για τείχη άρρωστα οχυρωμένης πόλης τον 5ο αιώνα, η μορφή και η έκταση των οποίων παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα.

Στους ρωμαϊκούς χρόνους η πόλη έγινε αυτόνομη του αυτοκράτορα Τραϊανού και ενισχύθηκε με καλύτερες οχυρώσεις. Ο Παυσανίας αναφέρει ως ναό της Αθηνάς Ανεμοτίδος και ιερό της Αρτέμιδος, και η πόλη διέσωσε νομίσματα που απεικονίζουν το λιμάνι. Στην πρώιμη χριστιανική περίοδο το λιμάνι της Μεθώνης άνθισε ως εμπορικό κέντρο και σταθμός ανεφοδιασμού πλοίων. Κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο μια σειρά από σφραγίδες που χρονολογούνται από τον 9ο έως τον 13ο αιώνα μας δίνουν πληροφορίες για τις κυβερνητικές και εκκλησιαστικές υπηρεσίες στην πόλη.

Οι Ενετοί εμφανίζονται για πρώτη φορά στην ιστορική σκηνή κατά τον 11ο αιώνα, όταν έχουν προνόμια στην ελεύθερη διακίνηση αγαθών σε διάφορες πόλεις-λιμάνια της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένης της Μεθώνης. Με την πτώση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους το 1204 (Δ' Σταυροφορία) και η Μεθώνη θα δοκιμάσει την κυριαρχία τους. Η Φραγκοκρατία θα διαρκέσει έως το 1206, οπότε η Μεθώνη καταλήφθηκε από τους Ενετούς και με μια συνθήκη που υπογράφηκε το 1209 διασφαλίστηκε η κυριαρχία τους στην πόλη.

Κατά την πρώτη περίοδο της Βενετικής ζωής στη Μεθώνη οργανώθηκε σύμφωνα με τα συμφέροντα της Βενετίας.

Η πόλη οχυρώθηκε και εξελίχθηκε σε σπουδαίο εμπορικό κέντρο δεδομένου ότι ορίστηκε ως υποχρεωτική στάση για όλα τα βενετικά πλοία που ταξίδευαν στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτή η ακμάζουσα περίοδος για τη Μεθώνη, έληξε τον Αύγουστο του έτους 1500 όταν, μετά από δυσμενή πολιορκία, κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς. Η πρώτη περίοδος οθωμανικής κυριαρχίας θα διαρκέσει μέχρι το 1686, όταν η πόλη πολιορκήθηκε από τον Μοροζίνι και επέστρεψε στην κατοχή των Βενετών. Το 1715 οι Οθωμανοί κατέστησαν για δεύτερη φορά κύριοι της Μεθώνης, ο πληθυσμός της οποίας αυξήθηκε και εμπορική κίνηση στο λιμάνι.

Κατά την Ελληνική Επανάσταση το κάστρο της Μεθώνης δεν κατελήφθη από τους Έλληνες επαναστάτες, παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες που κατέβαλαν, λόγω της αντίστασης του οχυρωμένου οθωμανικού πληθυσμού. Το 1825 αποβιβάστηκε στο λιμάνι ο Ιμπραήμ και εγκαταστάθηκε εντός του κάστρου, το οποίο έγινε η βάση επιχειρήσεων των Αιγυπτίων κατά την εκστρατεία τους στην Πελοπόννησο. Οι Αιγύπτιοι θα παραδοθούν χωρίς μάχη το 1828 στη γαλλική εκστρατευτική δύναμη υπό τον Στρατηγό Maison. Ο οικισμός μεταφέρθηκε τότε έξω από τα τείχη, είναι το ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης και το κάστρο που για αιώνες ήταν το κέντρο της κοινωνικής και οικονομικής ζωής της πόλης είναι έρημο.

Το λιμάνι και το κάστρο της Μεθώνης αποτελούν εδώ και αιώνες σημαντικό γεωπολιτικό κόμβο για τους εκάστοτε κατόχους, για οικονομικές εμπορικές συναλλαγές και μεταφορές για τους ταξιδιώτες στη Μεσόγειο και τους προσκυνητές στους Αγίους Τόπους.

Το Κάστρο της Μεθώνης – έκτασης περίπου 93 στρεμμάτων – αποτελείται από δύο μέρη. Στο νότιο τμήμα βρίσκεται η πόλη, που περιβάλλεται από απλά τείχη με πύργους κατά διαστήματα, ενώ στο βόρειο τμήμα, που ενισχύεται αμυντικά καθώς είναι το πιο ευάλωτο, αναπτύχθηκε το φρούριο της πόλης, κατοικία του κατά καιρούς στρατιωτικού διοικητή. Τα δύο τμήματα χωρίζονται από ένα ενδιάμεσο χαμηλό τείχος ενισχυμένο με πέντε πύργους.

Τα τείχη του φρουρίου προστατεύονται από ένα ευρύ τάφρο και στηρίζονται σε δύο προμαχώνες που δεσπόζουν στη βόρεια πλευρά του κάστρου. Στη μέση της ίδιας πλευράς ανοίγει η κύρια πύλη εισόδου, κατασκευασμένη από ορθογώνιους λαξευτούς ασβεστόλιθους και φέρει περίτεχνη διακόσμηση από πεσσούς. Το κάστρο διαθέτει άλλες έξι πύλες, τρεις εκ των οποίων βρίσκονται στην πλευρά του λιμανιού. Οι περισσότερες από τις πύλες άνοιγαν στον ισόγειο πύργο και προστατεύονταν από κατάφρακτα και πολεμίστρες.

Τα τείχη του κάστρου από ακατέργαστες πέτρες με ισχυρό σοβά φέρουν πολεμίστρες προσβάσιμες από τον διάβολο, ο οποίος είναι προσβάσιμος από το εσωτερικό των δύο τμημάτων του κάστρου. Τα τείχη ενισχύονταν κατά διαστήματα με πύργους, οι περισσότεροι από τους οποίους διασώζονται σε πολύ χαμηλό ύψος. Ανάλογα με τις ανάγκες και την εξέλιξη της στρατιωτικής αρχιτεκτονικής για την αντιμετώπιση νέων απαιτήσεων της πολεμικής τέχνης, τα τείχη ενισχύονταν ή ξανακτίζονταν.

Μέσα στο κάστρο διατηρούνταν διάφορα κτίσματα. Στο κεντρικό τμήμα, γνωστό ως “Πλατεία των Όπλων”, βρίσκεται ο Ι.Ν. Μεταμορφώσεως, μονόχωρος ξυλόστεγος ναός πιθανότατα κτίσμα της Ενετοκρατίας.

Στην περιοχή και σε επαφή με τον δυτικό τοίχο υπάρχει ένα μικρό τετράγωνο κτίσμα με πυραμιδοειδή στέγη, το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως πυριτιδαποθήκη και χρονολογείται στην πρώτη ενετική περίοδο. Κατά μήκος του κεντρικού διαδρόμου του κάστρου σώζονται δύο οθωμανικά λουτρά που αποτελούνται από διάφορα θολωτά δωμάτια, καθένα από τα οποία είχε διαφορετικές χρήσεις (αποδυτήριο, χλιαρό δωμάτιο και ζεστό δωμάτιο). Χρονολογούνται στην πρώτη περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας. Σε κοντινή απόσταση διατηρείται η βάση του μιναρέ ενός κατεστραμμένου πλέον τζαμιού. Το τζαμί χτίστηκε στη θέση μιας βασιλικής, της οποίας οι εξωτερικοί τοίχοι ενισχύθηκαν με αντηρίδες. Ίσως πρόκειται για την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

 

Αρχιτεκτονικό χαρακτηριστικό της Μεθώνης είναι το Μπούρτζι, ένα επιθαλάσσιο μικρό φρούριο, χτισμένο σε μια νησίδα νότια του κάστρου. Αποτελείται από οκταγωνικό πύργο, τον οποίο περιβάλλει χαμηλό οκταγωνικό τείχος. Ο πύργος είναι χτισμένος σε δύο επίπεδα και σκεπάζεται με ημικυκλικό τρούλο, το ισόγειο καταλαμβάνει τετράγωνη δεξαμενή. Ράμπα οδηγεί και στα δύο σκέλη του περιτοιχίσματος και στον όροφο του πύργου, που σχημάτιζε δωμάτιο με κανόνι γύρω. Οι εσωτερικοί τοίχοι διακρίνονται από δοκάρια που στήριζαν τέσσερις ξύλινους ορόφους, τώρα κατεστραμμένους. Η κατασκευή του φρουρίου άρχισε λίγο πριν το 1500 από τους Ενετούς και αποπερατώθηκε από τους Οθωμανούς τον 16ο αιώνα.

Το Μπούρτζι ήταν μέρος του θαλάσσιου φρουρίου της Μεθώνης και υπηρέτησε διάφορους σκοπούς ανά τους αιώνες: χρησιμοποιήθηκε ως αρχηγείο της φρουράς για τον έλεγχο του λιμανιού, ως φάρος, φυλακή και καταφύγιο για τους κατοίκους σε καιρούς πολιορκίας.

Η πλειονότητα των στοιχείων για το κάστρο της Μεθώνης προέρχεται κυρίως από ταξιδιώτες και προσκυνητές που χρησιμοποιούσαν το λιμάνι ως απαραίτητο θαλάσσιο κόμβο στα ταξίδια τους, καταγράφοντας τις εντυπώσεις τους, καθώς και από ζωγράφους και χαρτογράφους που θέλησαν να απεικονίσουν το κάστρο, προσφέροντας πολύτιμα

Μεθώνη (Νομός Μεσσηνίας) Τηλ.: +30 27230 31255

Μερίδιο: